Επιμέλεια ιστοσελίδας

Γιάννης Σκούρτης

Τα νέα του χωριού μας

Ημ/νία Τίτλος
18/3/2026

Επίσκεψη στους «φιλάσθενους» - Αναμνήσεις του γιατρού κ. Χαρ. Τούντα

Η «Βουδούραινα», προσωνύμιο της κυρά Γιωργίας, γυναίκας του μπάρμπα Κώστα Βουδούρη. Το άκουσα από τον πρόεδρο της κοινότητας, την πρώτη ημέρα που πήγα χωριό, να αναλάβω τα καθήκοντα αγροτικού γιατρού. Τον συνάντησα στο «γύφτικο», όπως όλοι στο χωριό, ακόμη και ο ίδιος, έλεγαν το σιδηρουργείο που διατηρούσε κι εργαζόταν. Πήγα να τον ενημερώσω για την άφιξή μου. Κατά τη σύντομη κουβέντα, θέλοντας ίσως να καταλαγιάσει την όποια ανησυχία μου, επανέλαβε κάτι που είχε πει ένα μήνα νωρίτερα. «Στο χωριό δυο – τρεις φιλάσθενους έχουμε» και ονομάτισε, με αλλαγή φύλου, τρεις  γυναίκες…

              Περίμενα τον διορισμό. Χρονοβόρα η αναμονή, γραφειοκρατίας ένεκεν. Σκέφτηκα λοιπόν, ότι καλό θα ήταν να πάω για…«αναγνώριση». Κίνητρό μου  τα «παινέματα» του νομιάτρου τόσο για τον τόπο, όσο και για τους ανθρώπους. Ήθελα να διαπιστώσω, ιδίοις όμμασι,  την πραγματικότητα για το περιβάλλον, στο οποίο θα ζούσα τα προσεχή δύο χρόνια. Επειδή στο σχολείο μάθαμε ότι «η επανάληψη, μήτηρ πάσης μαθήσεως»…συγχωρείται να ξαναγράψω τις δύο πρώτες αράδες από την ρήση του προέδρου, κάπως παραλλαγμένες. «Φιλάσθενους στο χωριό μας έχουμε κανα δυο-τρεις γυναίκες. Την Ουρανία, την κυρά μου, με την καρδιά της. Τη Βουδούραινα, εδώ παρακάτω, με τα βροχικά της. Την κυρά του Χρήστου του Άκληρου, εδώ πιο  πάνω, με τα ρευματικά της. Οι άλλοι, τώρα το καλοκαίρι δεν αδειάζουν ν΄ αρρωστήσουν, έχουν πολλές δουλειές και τρέχουν να τις προκάνουν».

              Τη ρήση του προέδρου δεν την λησμόνησα. Τριβέλιζαν το μυαλό και στη σκέψη μου επανέρχονταν συχνά η καρδιοπάθεια της «Ουρανίας μου» και τα «βροχικά της Βουδούραινας». Οι δύο, από τις τρεις «φιλάσθενες», οι οποίες δυνητικά θα με απασχολούσαν, στην περίπτωση που αναλάμβανα τα καθήκοντα. Κανονικά  δεν θα έπρεπε. Το νόσημα χρόνιο, λάμβαναν θεραπευτική αγωγή αποτελεσματική.  Σωστή λογικά άποψη, παραπλανητική όμως,  αν λάβει κανείς υπόψη τη θεωρία των πιθανοτήτων. Δόγμα της Ιατρικής: Στα χρόνια νοσήματα, η πιθανότητα υποτροπής με κλινική εικόνα οξείας κρίσης, είναι συνήθης. Έχοντας αυτά κατά νου, φρόντισα το μικρό φαρμακείο της ιατρικής μου τσάντας  να το εφοδιάσω με περίσσεια των ειδικών σκευασμάτων, που είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση μιας κρίσης από αυτής της κατηγορίας περιστατικά. Αναγκαία κίνηση, καθώς πήγαινα ν’ ασκήσω την «Τέχνη», χωρίς τεχνολογική υποστήριξη. Χωρίς καρδιογράφο, χιλιόμετρα μακριά ο μικροβιολόγος και ο ακτινολόγος. Τεχνολογικός εξοπλισμός στο οποίο βασιζόμουν. Το στηθοσκόπιο, το πιεσόμετρο, ένας λιλιπούτειος βραστήρας που χωρούσε στην τσάντα για την αποστείρωση των συρίγγων. Άαα…ναι, διέθετα και…δύο θερμόμετρα. «Σανδάλια», για να μην περπατήσω «ξυπόλητος στ’ αγκάθια».


Το Ψάρι στα μέσα της δεκαετίας του 1960
 

              Έφτασα στο χωριό στις 5 Ιουλίου του ’65 με αυτά τα «όπλα» αισιόδοξος και τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου. Η αισιοδοξία δοτή. Είχε να κάνει με την διαβεβαίωση του νομίατρου. «Είσαι από τους τυχερούς. Αναλαμβάνεις υπηρεσία σε πλήρως εξοπλισμένο ιατρείο». Με αυτά τα συναισθήματα πήρα το κλειδί από τον σπιτονοικοκύρη. Νοίκιαζε το παμπάλαιο πατρογονικό του για ιατρείο. Εκείνος κατοικούσε στο νεόκτιστό του στην ίδια αυλή. Άνοιξα την πόρτα κι «έχασα τ’ αυγά και τα καλάθια», απ’ όσα αντίκρυσα. Υποτυπώδες το χωλ, μικρό καμαράκι με την πόρτα του απέναντι από την εξώπορτα. Δεξιά στη μεσάντρα, όπως λένε την κατασκευή με ξυλεία, υποκατάστατο εσωτερικού τοιχίου, με πόρτα εισόδου στην μεγάλη σάλα, την οποία φώτιζαν τρία παράθυρα. Η σάλα κατοικία του εκάστοτε γιατρού. Έπιπλά της ένα τραπέζι, δύο καρέκλες κι ένα διπλό ντιβάνι. Η σκεπή χωρίς ταβάνι. Το καμαράκι χώρος, υποτίθεται, για την εξέταση των ασθενών. Δεν υπήρχε όμως εξεταστικό κρεβάτι. Ένα μικρό τραπέζι και μία(!) καρέκλα. Η επίπλωση του κατά τα άλλα  «πλήρως εξοπλισμένο ιατρείο», σύμφωνα με τα ενθαρρυντικά σχόλια του νομίατρου. Ίσως επειδή διέθετε και καρέκλα «Μπουμ». Χρηστική και χρήσιμη βέβαια, αλλά σε γυναικολόγο-μαιευτήρα.  

              Έμεινα εμβρόντητος. Υπήρχε αγεφύρωτο το χάσμα μεταξύ των «εγκωμίων» που άκουσα και της πραγματικότητας. «Έπεα πτερόεντα» το «υμνολόγιο» του νομιάτρου. Συνειδητοποίησα ότι «έπεσα θύμα» με ηθικό αυτουργό τη συνένοχη φαντασία μου. Χρησιμοποίησε ως δομικό υλικό τα όσα ειπώθηκαν από το νομίατρο και έγραψε δικό της, ειδυλλιακό. σενάριο για τα μελλούμενα.

              Η ανυπαρξία εξοπλισμού, αποτελούσε τροχοπέδη για την εύρυθμη λειτουργία του ιατρείου. Εάν είχα την δυνατότητα τηλεφωνικής επικοινωνίας να ενημερώσω την υγειονομική υπηρεσία στην Κόρινθο, είναι βέβαιον ότι η απάντηση, από  τους «μανδαρίνους της» θα ήταν, μολονότι τηλεγραφική, άκρως  καθησυχαστική. «Προβλέπεται λύσις εν ευθέτω χρόνω». Παραπομπή του ζητήματος στις «ελληνικές καλένδες». Και αυτό ακριβώς συνέβη, όταν με την πρώτη ευκαιρία έθεσα το ζήτημα προφορικώς. Οι «καλένδες», παρ’ ότι «ελληνικές», όπως απεδείχθη, είχαν ημερομηνία λήξης! Δόθηκε πράγματι ιδανική λύση προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα! Με την ανέγερση σύγχρονου διώροφου κτιρίου, σε οικόπεδο  δωρεά της κοινότητας. Στο ισόγειο το Ιατρείο, ενώ στο ανώι η κατοικία του γιατρού. Το επισκέφθηκα και το χάρηκα…

              Το απομεσήμερο, στην πλατεία του χωριού με αποχαιρέτισαν, επιστρέφοντας στο κλεινόν Άστυ, ο οδηγός του ταξί αδελφός του πατέρα μου και οι...«τρεις Χάριτες». Έτσι αποκαλούσα τις συνταξιδιώτισσες  γιαγιά, μνηστή και πρώτη εξαδέλφη. Θα φρόντιζαν την τακτοποίηση του καταλύματος για την άνετη παραμονή μου. Τους κατευόδωσα, αφού τους παρέθεσα παραδοσιακό γεύμα. Για μερικά λεπτά παρέμεινα άπραγος, μέχρι να φανεί το ταξί στην απέναντι πλαγιά. Το παρακολούθησα  μέχρι που έφτασε στο διάσελο. Μόλις το όχημα χάθηκε πίσω του, το πρωινό συναισθηματικό δίπολο αμηχανία – δυσφορία, πλημμύρισε το θυμικό μου. Η αφορμή προφανής. Το αίσθημα της μοναξιάς που ένιωσα σαν απόμεινα μόνος. Περασμένες τέσσερες επέστρεψα στο κατάλυμά μου κακόκεφος. Ξάπλωσα στο ντιβάνι, πήρα το τρανζίστορ, έπιασα το τρίτο πρόγραμμα της ΕΙΡ, τώρα ΕΡΤ, ν’ ακούσω κλασική μουσική. Διττός ο στόχος: αφενός ως…νανούρισμα, αφετέρου  ως «φάρμακο». Δύο ώρες αργότερα ευδιάθετος βγήκα στην αγορά. Τη βρήκα «πλήθουσα». Πέρασα και από τα τρία καφενεία. Ευκαιρία γνωριμίας με τους θαμώνες και μια πρώτη εμπειρία από την νυχτερινή ζωή του χωριού. Συνετέλεσε στη μάζωξη, μεγαλύτερη από τη συνήθη τούτη τη βραδιά, η φωνή του ντελάλη. Κοντά στο σούρουπο την ώρα που ετοιμαζόμουν για την έξοδο με ξάφνιασε γιατί με αφορούσε. Με φωνή στεντόρεια και λεκτικά «αστροπελέκια»  πληροφορούσε τους συγχωριανούς του για την άφιξή μου :

 « - Ακούτε με ρέεεε…Ξεβουλώστε τ’ αυτιά σας ρέεεε…έχω νέα να σας ειπώ. Τώρα μπορείτε να αρρωσταίνετε…Ήρθε νέος γιατρό στο χωριό μας. Θα το πω άλλη μια φορά… σήμερα ήρθε νέος γιατρός στο χωριό μας».


Ο Θαν. Τσιέλος

Τον γνώρισα αργότερα στο καφενείο του Κωστάκη του Βρακοτσώλη τον ντελάλη Θανάση Τσιέλο. Εξηντάρης, πρώτο μπόι, γεροδεμένος. Πρόσωπο ηλιοκαμένο, σκαμμένο από βαθιές ρυτίδες. Δασιά σμιχτά  φρύδια σκίαζαν γκριζογάλανα μάτια με αετίσιο σελάγισμα. Η λαλιά και το γέλιο βροντώδη. Φιλικό το πλατύ χαμόγελο, γλύκαινε την αίσθηση της αγριάδας που αχνά αναφαινόταν στην όψη του.

              Η βραδινή έξοδος έφτιαξε τη διάθεση. Με απάλλαξε από το τριβέλι της δυσθυμίας το καλωσόρισμά των ντόπιων. Αμοιβαία τα αισθήματα από την πρώτη επικοινωνία. Από τη μεριά μου χαρά εξαιτίας της εγκάρδιας υποδοχής τους. Από τη δική τους πλευρά  ανακούφιση. Η μόνιμη παρουσία γιατρού στο χωριό τους απάλλαξε από μια σοβαρή έγνοια. Το ομολογούσαν κατά  το κουβεντολόγι στα «πηγαδάκια. Κατά τις δέκα η «κλεψύδρα» άδειασε, την ακολούθησε και η «πλήθουσα αγορά». Στο πάνω από την πλατεία καφενείο αποχώρησε, χωρίς να «κλείσει την πόρτα», ο τελευταίος θαμώνας. Την έκλεισε ο ιδιοκτήτης αφού πρώτα έσβησε τη λάμπα που έκαιγε. Τον μιμήθηκε κι ο «Μπαρούτης», το δεύτερο παρατσούκλι που μάθαινα, κάτοχος του πρώτου καφενείου στο έμπα της πλατείας. Πήρα κι εγώ βαδίζοντας προσεκτικά στο μισοσκόταδο το δρόμο για το κονάκι μου…


Το καφενείο του "Κριεζή" τη δεκαετία του 1960

              Η πρώτη επίσκεψη που δέχτηκα, και μάλιστα τα ξημερώματα, τη δεύτερη ημέρα στο χωριό, ήταν ο Εγκέλαδος αυτοπροσώπως! Με τα πέντε ρίχτερ, είδα τον έναστρο ουρανό! Το βίωμα με τρόμαξε, αλλά και με βοήθησε. Κατά την επιφυλακή εξαιτίας των ήπιων μετασεισμικών δονήσεων, σκέφθηκα πολύ το πρόβλημα που με απασχολούσε. Επικέντρωσα στο «δάσος», τη δυσλειτουργία του ιατρείου και όχι στο «δέντρο», την απουσία της εξεταστικής κλίνης, που ακύρωνε τη δυνατότητα ιατρικής θεώρησης. Σκέφτηκα πολύ. Κατέληξα και πρότεινα, προς εαυτόν, σε δύο λύσεις για την εξομάλυνση του ζητήματος. Να αγοράσω το εξεταστικό κρεβάτι ιδίοις εξόδοις είτε να κοινοποιήσω το πρόβλημα που αντιμετώπιζα, δηλώνοντας παράλληλα ότι θα επισκέπτομαι τους ασθενείς κατ’ οίκον. Τις μέτρησα, τις στάθμισα, υπολόγισα τα υπέρ και τα κατά, αποφάσισα. Απέρριψα την πρώτη «για τον φόβον των Ιουδαίων». Φεύγοντας μετά την ολοκλήρωση της θητείας, θα έπρεπε να κουβαλήσω, πέραν της οικοσκευής και την ιδιόκτητη κλίνη. Με τον κίνδυνο να ειπωθεί ότι…«λαφυραγώγησα» το ιατρείο! Κρίση βιαστική κι επιπόλαιη. Την ανακάλεσα. Την εξοστράκισα, ως άδικη, βάναυσα προσβλητική για  την μικρή κοινωνία, στην οποία τάχθηκα και θα ήμουν ενεργό μέλος της τα προσεχή δύο χρόνια. Την έκρινα πριν καν τη γνωρίσω κι ένιωσα αποτροπιασμό.  

              Η επιλογή της δεύτερης, με δεδομένες τις συνθήκες, δεν έμοιαζε, ήταν…μονόδρομος. Παράτολμο εγχείρημα, με δεδομένες τις δυσκολίες και ενδεχομένως απρόοπτες καταστάσεις, κατά την υλοποίησή του. Το «παράτολμο» δεν με αποθάρρυνε. Ήταν συνειδητή απόφαση. Ως προς τις «απρόοπτες» διάλεξα, για να τις υπερασπιστώ, την αισιόδοξη εκδοχή. Ότι θα υπάρξουν και ευχάριστες,  Ήμουν βέβαιος γι’ αυτό, οπότε δεν ανησυχούσα.

              Τούτων ούτως εχόντων, η συνείδηση με την λογική πήγαιναν πιασμένες χέρι – χέρι. Αντιδρούσε το υποσυνείδητο. Από τα ενδόμυχά του ανάβλυζαν συναισθηματικές ανησυχίες. «Θα κλωθογυρίζεις ολημερίς με μια τσάντα στον ώμο» είτε «με το αλισβερίσι από σπίτι σε σπίτι δεν θα έχεις στιγμή ησυχίας». «Βάζεις σκοτούρες στο κεφάλι σου. Δε λογαριάζεις την κούραση; Θα ρέψεις στα πόδια». Το έθεσαν ευγενικά. Θα μπορούσαν να πουν «βάζεις τα δάχτυλά σου να βγάλεις τα μάτια σου». Έκανα διάλογο μαζί τους. Τις κάθισα απέναντί μου και τους έδωσα εξηγήσεις για την τάχα άστοχη απόφασή μου. 

               «Η τσάντα στον ώμο» είναι η σκιά μου, δεν με ακολουθεί, την κουβαλώ ως απαραίτητο βοήθημα. Όσο για τις «στιγμές ησυχίας» δεν θα μου λείψουν. Περίσσεια θα έχω με ορατό τον κίνδυνο να…πλήξω. Τέλος, για το «θα ρέψεις στα πόδια» η απάντηση μου ως εκείνη…«πολεοδόμου». «Τα σπίτια απλώνονται   γύρω στα εκατόν πενήντα μέτρα πάνω και κάτω από τη δημοσιά που το διασχίζει. Το μήκος της περίπου εξακόσια μέτρα, πατιέται σε χρόνο λιγότερο από ένα τέταρτο της ώρας. Μην ξεχνάτε, ότι κοντά στον ασθενή, για να κάνω σωστά τη δουλειά μου θα παραμένω πάνω μισή ώρα, ίσως και παραπάνω, αφού θα χρειασθώ περίσσιο χρόνο και για να δώσω και τις οδηγίες. Βλέπετε κούραση; Μάλλον για χαλάρωμα πρόκειται, που με το κουβεντολόγι γίνεται πιο ευχάριστη η απασχόληση». Τις ξαπόστειλα «άναυλες» να λουφάξουν στο μετερίζι τους και ξέγνοιασα.

              Η πραγματικότητα είναι παρορμητική, πεισματάρα και ανεξάρτητη. Δεν συμμορφώνεται  προς τας υποδείξεις. Ενεργεί αυτοβούλως. Παραμόνευε να πάρει το μερτικό της από τα διαδραματιζόμενα στην κονίστρα και το πήρε. Έδωσε τη λύση σε χρόνο ενεστώτα. Ο δείκτης της νοσηρότητας κατά πρώτο τρίμηνο της διαμονής μου, μηδενικός.  Η χρήση εξεταστικής κλίνης στα «αζήτητα». Το είχε προβλέψει άλλωστε και ο πρόεδρος της κοινότητας.

« - Δεν αδειάζουν ν’ αρρωστήσουν, έχουν δουλειές να προκάνουν».

              Ήρθε κι έδεσε το γλυκό με την εμφάνισή του, «δώρα φέροντος»,…«από μηχανής θεού». Έφτασε με το ταχυδρομείο έγγραφο με την εντολή μετάθεσής μου για μετεκπαίδευση στη Σχολή Αγροτικής Υγιεινής στα Φάρσαλα επί οκτώ εβδομάδες. Ακολούθως άλλες δύο στο νοσοκομείο ΝΜΤΣ στην Αθήνα. Αιφνιδιάστηκα. Έπρεπε να παρουσιαστώ στα Φάρσαλα την πρώτη Δευτέρα του Οκτώβρη. Ενημέρωσα τον πρόεδρο που αντέδρασε με χιούμορ. «Στο είπα και την πρώτη φορά. Δεν αδειάζουν ν’ αρρωστήσουν μέχρι να μαζέψουν τη σταφίδα από τα αλώνια. Έεε, μέχρι τότε θα είσαι πίσω». Έφυγα ησυχασμένος. Την πρώτη Κυριακή το Οκτώβρη, στις πέντε το απόγευμα έδιδα το παρών στο οικοτροφείο της Σχολής, όπου και η διαμονή των μετεκπαιδευόμενων. Αλλά γι΄ αυτή την…«περιπέτεια», ίσως παρακάτω να γίνει αναφορά. 

              Ήμουν ήδη δύο εβδομάδες στο χωριό και η ανία στο «κόκκινο». Αναρωτιόμουν γιατί ήρθα να προσφέρω ή να κάνω διακοπές; Σκέφτηκα «να ταράξω τα νερά». Επίσκεψη στους «φιλάσθενους», χωρίς να προσκληθώ προς τούτο. Τ’ Άγιο Λιός, όπως έλεγαν τη γιορτή της ανάληψης του προφήτη Ηλία στο χωριό, ανήμερα καλημέρισα τον πρόεδρο στο «γύφτικο». Με είδε με την τσάντα κι αναρωτήθηκε

          -   Για που με το καλό γιατρέ μου;   

          Είπα να κάνω επίσκεψη «στους φιλασθενείς» να ενημερωθώ για την κατάστασή τους. Αν είναι εύκαιρη, να δω πρώτα την κυρία Ουρανία…

          Εύκαιρη είναι…μια στιγμή. Άφησε το σφυρί που κρατούσε στα χέρια, έβγαλε την ποδιά και την κρέμασε σ’ ένα καρφί στον τοίχο. Άειντε ν’ ανέβουμε απάνω…

          Το σωστό είναι να την ενημερώσετε εσείς και μετά ανεβαίνω. Να μην τη φέρουμε σε δύσκολη θέση. Εγώ θα περιμένω εδώ…

          -   Μη νοιάζεσαι,  τις άλλες το  κουβεντιάζαμε. Ζήτησε και η ίδια να τη δεις…έλα πάμε.

Η κυρία Ουρανία μας περίμενε γελαστή στην πόρτα. Μας πέρασε στο καθιστικό. Πάνω σε τραπεζάκι δίπλα στο τζάκι, ντοσιέ. Μου το έδωσε λέγοντας  «Βλέπεις γιατρέ σα να ήξερα ότι  να ‘ρθεις έχω βάλει στην άκρη τα χαρτιά. Όσο να ψήσω τον καφέ τα τηράς και στερνά τα λέμε». Μας άφησε για λίγα λεπτά και γύρισε με τους καφέδες. Άφησε το δίσκο μπροστά μας και κάθισε απέναντί μας. Ο μπάρμπα Μήτσος έριξε ματιά στις κούπες, ρούφηξε θορυβωδώς την πρώτη γουλιά, πλατάγισε τη γλώσσα  κι άρθρωσε λόγο. «Γεια στα χέρια σου Ουρανία μου, με μπόλικο καϊμάκι ο καφές». «Κοντά στο μουσαφίρη καλοπερνάει κι ο νοικοκύρης», μισογελώντας πρόσθεσε. «Ο γιατρός δεν είναι’ δω για ν’ ακούσει παινέματα για τον καφέ μου, για άλλο λόγο ήρθε», τον επέπληξε αυστηρά.

              Δεν άγγιξα το ντοσιέ να δω τα «χαρτιά». Ήθελα, ανεπηρέαστος, με τη λήψη του ιστορικού και την κλινική εξέταση, να έχω από πρώτο χέρι τις πληροφορίες που με ενημέρωναν. Αν και από την πρώτη ματιά πήρα μια ιδέα περί τίνος πρόκειται. Σαφής η εικόνα του «μιτροειδικού προσωπείου». Τα «κόκκινα μήλα» ζυγωματικά, τα ελαφρώς υποκύανα χείλη, προϊδέαζαν. Άτομο με βαλβιδοπάθεια. Η ήπια δύσπνοια και η εύκολη κόπωση κατά την προσπάθεια, έδιναν πόντους στην ορθότητα της διαγνωστικής σκέψης. Στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας. Τα ευρήματα από την ακρόαση της καρδιάς, ο  έντονος πρώτος τόνος, η κλαγγή διανοίξεως και το διαστολικό κύλισμα, την επιβεβαίωναν. Τα ηλεκτροκαρδιογραφήματα στο  ντοσιέ την  τεκμηρίωσαν. Η αρτηριακή πίεση, η συστολική, αυτή που συνήθως τη λέμε «μικρή», στο ανώτερο αποδεκτό όριο. Η συστολική, κοινώς η «μεγάλη», σε επίπεδο  λίγο παραπάνω από το φυσιολογικό όριο.  Την κυρία Ουρανία την απογοήτευε η αστάθεια της «μεγάλης» πίεσης. Και την άκουσα να λέει το απίστευτο!

« - Τη μαγκούφα δεν μπορώ να  κάνω ζάφτι. Μία απάνω, μία κάτω. Φοβάμαι μπας και πάει κάτω από τη μικρή και με βρει καμιά συφορά».

Γελάσαμε βέβαια με την ανησυχία της.  Την καθησύχασα και με απλά λόγια της εξήγησα γιατί δεν πρόκειται να συμβεί αυτό ποτέ. Άλλη ήταν η δική μου ανησυχία μετά την ενημέρωση, που με ανάγκασε να βρίσκομαι σε συνεχή επιφυλακή, ώστε να μπορέσω να παρέμβω άμεσα. Η απότομη αύξηση της αρτηριακής πίεσης, υπερτασική κρίση στην ιατρική ορολογία, πολύ συχνά εξελίσσεται σε οξύ πνευμονικό οίδημα. Το άτομο «πνίγεται» στην ξηρά, αν δεν αντιμετωπισθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά το επεισόδιο. Όφειλα λοιπόν να ενημερώσω για τον κίνδυνο, όχι βέβαια την ασθενή, μα τον σύζυγο. Το έκανα μόλις μείναμε μόνοι.

« - Το ξέρω. Με έχει ενημερώσει ο καρδιολόγος τρέμει το φυλλοκάρδι μου, καμώνομαι τον ψύχραιμο. Δε βγάζω μιλιά, μπας και καταλάβει τίποτα η Ουρανία και την πάρει η κάτω βόλτα. Μέχρι τα τώρα, για καλή μας τύχη, δε μας έτυχε τέτοια κατάσταση».
Κουβεντιάσαμε μερικά λεπτά στο δρόμο, έξω από την πόρτα του «σιδεράδικου». Στη ρύμη του λόγου, άλλαξα θέμα λέγοντας…

          -  Λέω, μιας και βγήκα σεργιάνι, σκέφτηκα να πάω και στην ασθενή με τα ρευματικά κι αν μείνει χρόνος και στη Βουδούραινα. να την ελέγξω, να τη φέρω σε λογαριασμό.   

          -  Καλά το σκέφτηκες και μπράβο σου, εδώ κοντά, δυο σπίτια παραπάνω είναι το κονάκι τους.

          Δεν το κάνω για να εισπράξω «μπράβο», μα για την ενημέρωσή μου. Διστάζω όμως, επειδή θα πάω ξαφνικά. Εσείς το ξέρατε ότι κάποια στιγμή θα ερχόμουν. Εκείνους δεν τους έχω ενημερώσει για την πιθανή επίσκεψη.

          Δεν πειράζει. Θα σου κάνω παρέα και δεν θα ξαφνιαστούνε...

          Δεν είναι χασομέρι από τη δουλειά σας;

          Σιγά το χασομέρι…για πέντ’ έξι σφυριές λιγότερες στ’ αμόνι δε χάθηκε ο κόσμος…

              Τρία λεπτά αργότερα χτυπούσε την πόρτα φωνάζοντας, «νοικοκυραίοι καλώς σας βρίσκουμε». Από μέσα ακούστηκε συρτό βήμα  και στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ηλικιωμένη γυναίκα...

          -  Καλώς  την αφεντιά και την παρέα σου πρόεδρε, τι καλό σε φέρνει στην πόρτα μου; λόγος ζωηρός και  στακάτος, που δεν ταίριαζε με το «φιλάσθενο» παρουσιαστικό της.

          Το νέο μας γιατρό έφερα. Θέλει να γνωρίσει τους φιλάσθενους και ξεκίνησε από την Ουρανία μου. Είπαμε να έρθει και σ’ ελόγου σου κι αν προλάβει να πάει και στη Βουδούραινα. Σας παίρνει στη σειρά, απόσωσε εξηγώντας το λόγο της παρουσίας μας.

          Περάστε…άνοιξε διάπλατα την πόρτα και παραμέρισε  να περάσουμε. Ο Χρίστος κάπου λείπει…

          Η αφεντιά σου με το γιατρό θα κουβεντιάσετε τα ιατρικά σας, του λόγου μου περισσεύω, είπε. Έχω στη μέση δουλειά να βγάλω πέρα. Τρέχω να προκάνω, απόσωσε το λόγο και κατέβηκε τα σκαλιά.

          -   Άει στο καλό κάνε μου. Σε ‘φχαριστώ για τον κόπο να ίσαμ’ εδώ με το γιατρό.

          -   Πληρώνω το χρέος, με ψήφισες για πρόεδρο. Το ξέχασες; γέλασε.

          -   Έεε…καλά…καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια…Θα ματάρθεις του χρόνου σα βγείς στις ρούγες να μαζέψεις ξανά ψήφους…θα στο ξεπληρώσω κι εγώ τότε…  

              Μπήκαμε. Με οδήγησε στη σάλα. Στην πρόσοψη δυο μπαλκονόπορτες. Την φώτιζαν άπλετα, καθώς  ήταν τραβηγμένες οι κουρτίνες. Στο μεσοδιάστημα τεράστιος  καθρέφτης σε ξυλόγλυπτο κάδρο. Δεξιά κι αριστερά μικρότερα κάδρα με οικογενειακές φωτογραφίες. Από κάτω μικρό τραπέζι, στο οποίο δέσποζε μεγάλη λάμπα φωτιστικού πετρελαίου. Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε βρει ακόμη το δρόμο να φτάσει στο χωριό, παρά τα ταξίματα του κυβερνητικού βουλευτή που εκλεγόταν στην  περιοχή. Αριστερά από παράθυρο με ανοιχτά τα παντζούρια, τρύπωνε λωρίδα ήλιου κι απλωνόταν στο πάτωμα μέχρι το μεγάλο τραπέζι με τις έξι καρέκλες ολόγυρά του. Κάτω από το πρεβάζι κασέλα. Την κάλυπτε πολύχρωμο χράμι. Στον απέναντι τοίχο, μικρό έπιπλο-βιτρίνα με γυαλικά στα ράφια του. Ψηλότερα κρεμόταν σε τελάρο χειροτέχνημα με παραδοσιακό σχέδιο. Κεντημένο με  έγχρωμες κλωστές σε ταιριαστούς συνδυασμούς. Τη μεσοτοιχία με το χειμωνιάτικο, το κεντρικό της   ένα τρίτο, κάλυπτε τρίφυλλη ντουλάπα. Δεξιά στη γωνία, ο κλασικός γιούκος  με τα χειμωνιάτικα κλινοσκεπάσματα, φορτωμένος σε μπαούλο. Τον έκρυβε ριχτό λευκό σεντόνι.

            Καθίσαμε αντικρυστά στην τραπεζαρία. Φανέρωνε την αμηχανία μόλις διαφαινόμενη υποψία  χαμόγελου. Της έδωσα ερέθισμα για να την ξεπεράσει, λέγοντας…

          -   Συγνώμη που ήρθα χωρίς να σας ειδοποιήσω, αλλά μιας και βρέθηκα κοντά, ήταν ευκαιρία.

          -   Άλλο και τούτο να μου ζητάς συχώρεση…εγώ σε ’φχαριστώ που κόπιασες στο κονάκι μου.

          -   Θα ήθελα να κουβεντιάσουμε πρώτα και μετά να σας εξετάσω. Από πότε έχεις τα ρευματικά;

          -   Ούουου…από την κατοχή μη σου πω κι ακόμα παραπίσω…Άστα αυτά…Με τα  πονίδια κοιμάμαι, με δαύτα ξυπνάω. Τα ‘χω συνηθισμένα. Εκείνη τη μαγκούφα την πίεση δε μπορώ να κάνω ζάφτι…

          -   Την πίεση από πότε την έχετε, τί φάρμακο παίρνετε;…

          Στάκα αγάλια γιατρέ μου να πάω να τα φέρω…Επέστρεψε κι απόθεσε στο τραπέζι το σακουλάκι του…«φαρμακείου» της. Τούτα είναι , τήρα τα με την ησυχία σου…

          -   Πρώτα όμως πρέπει να σας εξετάσω…

          Δεν έχω τίποτα, την πίεση θέλω να μου μετρήσεις. Κι άπλωσε το χέρι με τραβηγμένο  μανίκι…

             Της πήρα την πίεση, την έπεισα να ακροασθώ τουλάχιστον την καρδιά. Με απροθυμία ξεθηλύκωσε τα δυο πρώτα κουμπιά στο ζιπούνι της κι απ’ αυτή τη…«χαραμάδα» έγινε η κατάδυση του στηθοσκοπίου για την ακρόαση! Στο άψε-σβύσε, έλαβε τέλος η…σεμνή τελετή. Γέλασα από μέσα μου. Για πρώτη φορά εξέταζα ασθενή από…κουμπότρυπες και θα είχα να το λέω! Κι ας επέμεναν οι καθηγητές στα αμφιθέατρα και οι επιμελητές στις κλινικές. «Ο προς εξέτασιν ασθενής εις υπτίαν θέσιν, με το σώμα ακάλυπτων από το ύψος της θηλής των μαστών έως την μεσότητα των μηρών».

              Άδειασα το σακουλάκι με τα φάρμακα στο τραπέζι και τη ρώτησα πως τα παίρνει.

          -  Σάματις νογάω να σου ειπώ; ο κύρης μου τα ξεχωρίζει κι άλλα μου δίνει το πρωΐ κι άλλα αποβραδίς.

          Κι όταν εκείνος λείπει για δουλειές; Η απορία μου…

          Τότενες πίνω μαναχά της πίεσης που το ξέρω, για τα πονίδια κάνω υπομονή και καρτερώ να ‘ρθεί…

          -   Θα γράψω τις οδηγίες να τις διαβάζεις κι έτσι θα παίρνεις σωστά το φάρμακο…

          -   Μη κουράζεσαι άδικα γιατρέ μου, δεν ξέρω γράμματα γιατρέ μου, με διέκοψε…

              Πάνω στην ώρα, φάνηκε στο κατώφλι της πόρτας και μπήκε στη σάλα ο Χρίστος. Πλησίασε κι άρθρωσε λόγο φανερά θορυβημένος…  

          -   Τί συμβαίνει γιατρέ; την άφησα καλά την κονταυγή φεύγοντας…

          Όλα καλά, μην ανησυχείς. Περνώ απρόσκλητος για ενημέρωση. Συζητώντας με τον πρόεδρο σαν πρωτοήρθα, με κατατόπισε για τα άτομα που έχουν προβλήματα με την υγεία τους. Σκέφτηκα λοιπόν ότι καλό θα είναι να έχω από πρώτο χέρι τις πληροφορίες για την κατάστασή τους. Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο βρίσκομαι εδώ.

          -   Τούτο γίνεται για πρώτη φορά…τους κακομαθαίνεις…

          -   Δεν είναι ο σκοπός μου να τους κακομάθω, εξ ανάγκης το κάνω…

          -   Και τί είναι εκείνο που σε εξαναγκάζει; η απορία του.

          -   Το εύκολο για μένα θα ήταν να τους καλέσω στο ιατρείο…

          -   Και γιατί δεν το κάνεις; με διέκοψε.

          -   Επειδή στο ιατρείο δεν υπάρχει εξεταστικό κρεββάτι  και η εξέταση δεν μπορεί να γίνει σε καρέκλα. Το δήλωσα εξ αρχής, η μόνη λύση είναι να επισκέπτομαι τους έχοντας ανάγκη, έστω κι μπορούν να έρθουν, να τους βλέπω κατ’ οίκον…

          -   Το άκουσα που το συζητάγανε τις προάλλες στου Βρακοτσώλη, αλλά δεν το πίστεψα. Σε μπελά μπήκες, χαρά στο κουράγιο σου…

              Καθίσαμε με το Χρίστο, κουβεντιάσαμε περισσότερο για τα «ρευματικά» της κυράς του. Του εξήγησα ότι στο γενικόλογο «ρευματικά», υπάρχει μια ιδιαίτερα επώδυνη κατάσταση, με επώδυνες κρίσεις  κατά «άτακτα» χρονικά διαστήματα. Ο κόσμος τη λέει «ποδάγρα». Υπάρχει αποτελεσματικό φάρμακο για το καταλάγιασμα του πόνου. Δεν το βρήκα όμως στο σακουλάκι της  με τα φάρμακα.

          -   Για ποδάγρα κανείς γιατρός δεν μας μίλησε», είπε ο Χρίστος.

          -   Στην κουβέντα με την κυρά σου, μου είπε ότι καμπόσες φορές έχει πόνους στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού. Πότε στο ένα, πότε στο άλλο πόδι. Κανα δυο φορές και στον ένα αστράγαλο…

          -   Έτσι είναι, αλλά είπαμε για τον αστράγαλο είναι γιατί παραπάτησε και για τα δάχτυλα ότι σκόνταψε και κτύπησε το δάχτυλο.

          -   Εντάξει, άμα «σκοντάψει» ξανά και πρηστεί το δάχτυλο τα λέμε…

               Τους αποχαιρέτησα. Είχε πάει δύο η ώρα, δεν περίσσεψε χρόνος για επίσκεψη στη «Βουδούραινα» την Τρίτη από τους «φιλάσθενους». Με περίμενε ο «σιτιστής», η κυρά Όλγα κι αν δεν πήγαινα έγκαιρα θα έμενα νηστικός…

Επιστροφή