Επιμέλεια ιστοσελίδας

Γιάννης Σκούρτης

Τα νέα του χωριού μας

Ημ/νία Τίτλος
10/12/2023

Παλιές μορφές του χωριού μας - Ο Μπαρμπα Αντώνης Λέγγας (Κονόμος)

H αναφορά σε σχόλιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του ονόματος μιας παλιάς μορφής του χωριού μας, που είχε χαρίσει στο παρελθόν σπουδαίες στιγμές γέλιου και ευφροσύνης,   μας έκανε να συγκεντρώσουμε κάποιες παλιές μικρές καθημερινές ιστοριούλες σχετικά μ’ αυτήν τη «μορφή».
Οι παραλλαγές στο ίδιο θέμα που ίσως κάποιοι παλαιότεροι διαπιστώσουν παρακάτω, οφείλονται τόσο στην από στόμα σε στόμα εξιστόρηση, (μιας και δεν είμασταν όλοι παρόντες όταν διαδραματιζόντουσαν αυτές οι απείρου κάλλους σκηνές), όσο και στο ενδιαφέρον που προξένησαν στους περισσότερους από εμάς αυτές οι ιστορίες, ώστε στην πορεία του χρόνου να θελήσουν κάποιοι να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν κάτι τι …

Κυρίαρχο όμως παραμένει το αστείρευτο γέλιο που οι ιστορίες αυτές συνεχίζουν να προσφέρουν ακόμα και σήμερα κι ενώ έχει ήδη μεσολαβήσει από τότε, περισσότερο από μισός αιώνας !

 

Ο Μπαρμπα-Αντώνης ο "Κονόμος" (Λέγγας)... Μιά κατηγορία από μόνος του ! Ξακουστός για τα έξυπνα χωρατά του, τις ατάκες του, αλλά και για τη φράση που έμεινε στην ιστορία του χωριού μας :

          -   ΒΑΡΔΑ ΦΟΥΡΝΕΛΟ !!!

"Διορισμένος" επιστάτης και φουρνελατζής όταν ανοιγόντουσαν τα χαντάκια για την υδροδότηση του χωριού στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όπου υπήρχε βράχος, ο αείμνηστος Μπαρμπα-Αντώνης φρόντιζε με τους δυναμίτες του  να ανοιχτεί με ασφάλεια το χαντάκι...

Έβαζε τους δυναμίτες, τους σκέπαζε πρόχειρα με χώματα και κλαριά, αναφωνούσε δυνατά με τη στεντόρεια φωνή του «Βάρδα φουρνέλο» και όλοι έπρεπε να σπεύσουν μακριά για να γλιτώσουν από τον κίνδυνο της ανατίναξης... Όλοι εκτός από τα "διαολόπαιδα" όπως μας έλεγε που από περιέργεια  πηγαίναμε κατά βήμα του "Κονόμου" ... δημιουργώντας του συνεχώς προβλήματα !

  • Φευγάτε από δω ρε αναθεματισμένα φώναζε, μη γενεί κανά κακό !!

Όταν δεν έβαζε φουρνέλα, ο μπαρμπα-Αντώνης, φρόντιζε με τα πειράγματα και τα χωρατά του να κάνει τους γύρω του είτε να αγανακτούν είτε να γελούν ασταμάτητα … Ανάλογα αν ήταν το επίκεντρο του πειράγματος ή απλοί θεατές …

Μερικά από τα πολλά χωρατά (που τυχαίνει να γνωρίζουμε) με πρωταγωνιστή τον αείμνηστο Μπαρμπα-Αντώνη έχουν μείνει ιστορικά στο χωριό μας :

 

        1. Το γουρούνι

 Ήταν λίγο μαχμουρλής φαίνεται στον ύπνο ο μπαρμπα-Αντώνης. Με τις φωνές πολλές φορές κατάφερνε η αεικίνητη σύζυγός του η αείμνηστη  θεια-Καλλιόπη να τον ξυπνήσει για να πάνε στα χωράφια.

Ποιός θα μπορούσε καλύτερα να αφηγηθεί το περιστατικό από τον ίδιο τον "Κονόμο". Το περιέγραφε αναλυτικά στον παλιό καφενέ του γείτονά του "Μπουράζου" στην ομήγυρη …

  • Δεν είχα κοιμηθεί καλά εψές το βράδυ ρε παιδιά … Κατά το φώτημα  έσωσα να αποκοιμηθώ … Αχάραγα όμως αρχίνησε τις φωνές κείνη η Καλλιόπη :
  •  «σήκω ρε ανεπρόκοπε», «σήκω ρε κακό χρόνο νάχεις», «σήκω ρε ταμπλοβαρεμένε» …
  • «σήκω ρε γιατί θα σε κάνω μούσκεμα» …
  • Τ’ άλλα δε με νοιάζανε… άλλωστε κάθε μέρα τάλεγε, αλλά κείνο το τελευταίο πως θα με βρέξει με φόβισε λίγο… γιατί ρε παιδιά την είχα ικανή να με βρέξει στ’ αλήθεια με τούτο το παλιόκρυο χειμωνιάτικα …

 

  • Καλά μωρή της λέω μην κάνεις έτσι … σηκώνουμαι ! και αρχίνησα σιγά σιγά να κάμω πως σηκώνω τα στρωσίδια  …

Εν τω μεταξύ όλη η παρέα κρέμεται απ΄ τα χείλια  του «Κονόμου» ως συνήθως. Άλλο που δεν θέλει ο Αντώνης, όταν έχει ακροατήριο να αυτοσχεδιάζει και να πετάει τη μπαρούφα να τους τρελάνει !

  • Σηκώνομαι που λέτε ρε παιδιά, είχα μια κούραση δεν έβλεπα μπροστά μου, η Καλλιόπη να συνεχίζει να φωνάζει, πάω όξω στην αυλή να πλυθώ στο νιφτήρα που κρεμότανε στη μουριά … Κάνω να πλυθώ, ακούω ένα θόρυβο πάνου από τη μουριά φρου φρου φρου …
    Ρε τι διάολο να ναι τούτο δω λέω, σκύβω πάλε να πλυθώ, πάλε ο θόρυβος πιο δυνατός αυτή τη βολά ! Αμάν λέω λες να ναι κάνενα παλιοζούδι και να μου ορμήξει ;;; εσκέβηκα
  • Τηράω καλύτερα … τι να ιδώ ρε παιδιά !!! Και βέβαια στο σημείο αυτό της διήγησης είναι νόμος,  ο μπαρμπα Αντώνης κάνει πάντα την απαραίτητη διακοπή, κοιτάει με γουρλωμένα μάτια διερευνητικά όλη την ομήγυρη έναν προς έναν για να επιτείνει την αγωνία του ακροατηρίου.
     
  • Λέγε ρε Αντώνη μας πέθανες, τι ήτανε, σου όρμηξε ;;  ρωτάνε όλοι με μια φωνή !
     
  • Τι να ήτανε ρε παιδιά , κείνο το παλιογούρουνο πόχουμε είχε σκαρφαλώσει   πάνου στη μουριά για να φάει μούρες !!!

Το τι έγινε μετά δεν περιγράφετε …

  • Ρε Αντώνη, χειμώνα καιρό που βρεθήκανε οι μούρες ;; είπε ένας…  μια λογικιά κουβέντα δεν μπορείς να ειπείς ;; είπε ο άλλος …   Χάσου Κονόμο μας δουλεύεις πάλι  κτλ.

Σημασία έχει πως ο Μπαρμπα Αντώνης με το ταλέντο του, τους είχε κάνει πάλι όλους να γελάσουν !


Ο αείμνηστος Αντώνης Λέγγας, με τα εγγόνια του
Αντώνη, Κώστα & Καλλιόπη

 

         2. Ο Χριστούλης

Μεγάλη «αδυναμία» στο πείραγμα ο μπαρμπα Αντώνης είχε στον επίσης αείμνηστο συγχωριανό μας  Τάση (Μπουζούκο όπως τον φώναζε χαϊδευτικά).
Αλλά κι ο Τάσης δεν πάγαινε πίσω … Σε χλωρό κλαρί δεν τον άφηνε τον Αντώνη !
Κάθε φορά που του πέταγε μια παρόλα ο Αντώνης, ο Τάσης του «γύριζε» δυο – τρείς για να ισοφαρίσει …
Έτσι μια μέρα ο Τάσης είχε πάρει μονότερμα τον Αντώνη, λέγοντας του συνέχεια για τη «μαύρη ασκήμια» που είχε , το μαύρο του το χάλι και πως άνθρωπος δεν μπορεί να ιδεί την παλιοφατσά του … Τόσο τάχατες άσκημος ήταν ο Αντώνης …

Ο Αντώνης καμία αντίδραση … κοίταζε αδιάφορα λες και δεν συμβαίνει τίποτα. Ένα όμως ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη του, πρόδιδε πως ετοίμαζε την αντεπίθεση. Περίμενε την αφορμή. Και βέβαια η αφορμή δεν άργησε …

Ο Τάσης σχεδόν πανηγυρικά κλείνοντας την περιγραφή του Αντώνη λέει :

  • Μαύρος κι άραχλος σου λέω είσαι ρε Κονόμο, δε πα’ να βρεις ένα γκρεμό να γκρεμιστείς  να ησυχάσεις κι εσύ και ο κόσμος απ’ την ασκήμια σου ;;;

Η παρέα που ψυλλιάζετε ότι ο Αντώνης ετοιμάζει ρεβάνς αρχίζει το πείραγμα …

  • Καλά σου τα λέει ρε Αντώνη τράβα ρε γκρεμίσου !

Τώρα ποιος κρατάει τον Αντώνη ! Παίρνει το γνωστό μισοκακόμοιρο ύφος κι αρχίζει :

  • Πήγα μωρέ παιδιά, πήγα γιατί έβλεπα την ασκήμια μου που λέει κι ο Τασούλης και είπα θα πάω να γκρεμιστώ δεν άντεχα άλλο ! Σηκώθηκα το λοιπόν προχτέ το πρωί, και πήρα το δρόμο κατά του «Κουτσιουμπέλα» … Στο δρόμο φτάνοντας στο διάσελο με σκυφτό το κεφάλι προσευχόμουνα στον Κύριο να μου δώσει δύναμη να επιτελέσω το έργο μου. Να μην κιοτέψω τελευταία ώρα και να γκρεμιστώ !

Όλοι έχουνε μείνει κάγκελο, είναι πλήρως αιφνιδιασμένοι… Ο Αντώνης δήθεν περίλυπος, τους παρατηρεί με την άκρη του ματιού του και απτόητος συνεχίζει :

  • Σήκωσα τα χέρια μου στον ουρανό και είπα : Κύριε Κύριε βόηθα με ! Και στην Τρίτη προσευχή τι να ιδώ ! Τσούπ μπροστά μου αυτοπροσώπως ο ίδιος ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός !

Ξαφνιασμένοι όλοι και κυρίως ο Τάσης αλληλοκοιτάζονται …

- Καλημέρα Αντωνάκη, μου λέει ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός !

Τον εγνώρισα εγώ αμέσως, της Εκκλησίας άνθρωπος είμαι άλλωστε, όλοι το ξέρετε και του απαντάω λυπημένα:

- Καλημέρα και σε σένα Χριστούλη μου !

  • Πούθε πας από δώ ρε Αντωνάκη ; με ρωτάει
    - Πάω να γκρεμιστώ Χριστούλη μου του λέω, δεν αντέχω άλλο την ασκήμια μου, δεν αντέχω άλλο να με λένε όλοι άσκημο !
  • Και τι μου απαντάει ρε παιδιά ;;;

Εδώ ο Αντώνης κάνει και πάλι τη γνωστή ανάπαυλα κάποιων δευτερολέπτων για να επιτείνει την αγωνία των υπολοίπων για την εξέλιξη … Όλοι έχουνε μείνει μ’ ανοιχτό το στόμα, περιμένουν να ακούσουν, μεταξύ αυτών κι ο Τάσης, που έχουν αρχίσει όμως να τον «ζώνουν τα φίδια» και τον αγριοκοιτάει με απορημένο όμως βλέμμα …

  • Τι σου είπε ρε λέγε   ;;;
     
  • Ρε Αντωνάκη, μου λέει, σε είχα για πιο ξύπνιο ! Εδώ δεν πάει να γκρεμιστεί ρε ο Τάσης ο Μπουζούκος που είναι σα βόϊδι, θα πάς εσύ πανέριο παλληκάρι ;;

Ήδη γίνεται χαμός στην παρέα, έχουν πέσει όλοι κάτω από τα γέλια ο Τάσης μην αντέχοντας τη «γυριστή» του Αντώνη, έχει σηκωθεί επάνω και κοιτάζει σαστισμένος , κι ο Αντώνης, απτόητος συνεχίζει :

  • Γι’ αυτό και γύρισα Τασούλη μου και με γλέπεις (βλέπεις) εδώ, για τράβα εσύ τώρα να γκρεμιστείς Τασούλη μου , κι άμα βρεις Χριστούλη να σε σταματήσει να με φτύσεις !

Μετά από τις πολλές φωνές που ακολουθούσαν αυτά τα περιστατικά και τους δήθεν τσακωμούς η κατάληξη ήταν τα κεράσματα, τα γέλια και η χαμένη σήμερα ομορφιά της παρέας χωρίς εισαγωγικά …

 

 

       3. Ο Προβιάς

 Άλλος καλός «συνεταίρος» στα πειράγματα και τα χωρατά με τον Αντώνη τον «Κονόμο» ήταν ο Μπαρμπα-Κώστας ο «Προβιάς», μορφή κι αυτός του χωριού μας εκείνης της εποχής.

Σαββατόβραδο κι είχε μαζευτεί στου «Βρακοτσώλη» το μαγαζί, μια παρέα «Αθηναίων» (έτσι έλεγαν τότε τους διαμένοντες μόνιμα στην Αθήνα Ψαραίους).
Έχουν βάλει ρεφενέ μεζεδάκι και κρασάκι και περνάνε όμορφα την επιστροφή στα πάτρια εδάφη. Εμφανίζεται ο μπαρμπα-Κώστας ο Προβιάς, αγαπητός σε όλους, όλη η παρέα με μια φωνή τον καλεί να κάτσει μαζί τους να φάνε και να πιούνε. Πιάνει την τελευταία καρέκλα που υπήρχε ο μπαρμπα Κώστας και κάθεται με χαρά να ιδεί  τους πατριώτες …

… Κείνη τη μοιραία στιγμή εμφανίζεται στο μαγαζί κι ο Αντώνης ο Κονόμος. Βλέπει τον Κώστα τον Προβιά που κάθεται στην μεγάλη παρέα και να σου τα κρασάκια να σου οι μεζέδες … μεγαλεία !

Έλα όμως που δεν υπάρχει άλλη θέση για να κάτσει κι ο Αντώνης ;;;
Ο Προβιάς τον βλέπει που την πάτησε, γυρίζει με τρόπο, τον κοιτάζει του κλείνει πονηρά το μάτι και του λέει χαμηλόφωνα μην τον ακούσουν οι υπόλοιποι …

  • Κοροϊδάρα !! την πάτησες !!!

Ο Αντώνης πάει να σκάσει … Αυτός και να του τη φέρει έτσι ο Προβιάς ;;; Ο Προβιάς να τρώει και να πίνει κερασμένα κι αυτός να τηράει από μακριά … Κάτι πρέπει να κάνει άμεσα … Τι όμως ;;

Ο Κώστας συνεχίζει το πείραγμα, παίρνει ένα μεζεδάκι με το πιρούνι του, στο άλλο χέρι το κρασάκι, γυρίζει κατά τον Αντώνη που κάθεται όρθιος του δείχνει το πιρούνι και του λέει χαμηλόφωνα :

  • Κατσικάκι ψητό είναι Αντωνάκη … Εις υγείαν ! και του ξανά κλείνει πονηρά το μάτι …

Έφτασε ο κόμπος στο χτένι ! Δεν μπορεί να τον δουλεύει έτσι ο Προβιάς …

Ο Αντώνης πλησιάζει με τρόπο πίσω ακριβώς από την καρέκλα του Κώστα … Κάνει πως χαιρετάει την παρέα κι «αμολάει» μια ξεγυρισμένη …
Ταυτόχρονα κόβει την κουβέντα με την παρέα που άκουσε τον απροσδιόριστο θορυβώδη αερισμό και δήθεν σαστισμένος απευθύνεται επιτιμητικά στον Κώστα :

  • Αμ σε φωνάξανε στην παρέα τους οι άνθρωποι Κωστάκη μου, αμ σε ταΐζουνε και σε ποτίζουνε,  αμ τους αερίζεις κιόλας …
    - Ε όχι ρε Κώστα, λίγο ντροπή ρε Κώστα !! φωνάζει δήθεν αγανακτισμένος.

Όλη η παρέα  βλέποντας τον Κώστα σαστισμένο όπως ήταν φυσικό και τον Αντώνη ταυτόχρονα να μην μπορεί να κρατηθεί από τα γέλια για τη νίκη του, κατάλαβε τα καθέκαστα κι έκανε τρόπο να βρεθεί μια θέση στην παρέα και για τον Αντώνη !


Τα καφενεία, ως τό​ποι κοινωνικής συνάθροισης
 

Και δυό ιστορίες ακόμα, όπως τις κατέγραψε ο καλός φίλος και συγχωριανός μας Δημήτρης Κων. Κριεζής με τη γνωστή γλαφυρότητα που τον διακρίνει :
 

       4. Το σταφύλι

Εποχές χούντας, φθινόπωρο …
Τρύγος κρασάμπελων, ψιλόβροχο και το σταφύλι αζήτητο …
Οι Ψαραίοι έχουν συγκεντρώσει ο καθένας τα δικά του τρυγημένα σε σωρούς στην «Κουφόβρυση», οι έμποροι βολτάρουν τάχα αδιάφοροι, ρίχνουν τις τιμές και οι παραγωγοί αγωνιούν μην ανάψει από τη βροχή το σταφύλι και χάσουν τη σοδειά τους.
Ο μπαρμπα- Αντώνης κάθεται σε μια γωνιά με ένα τσιγαράκι και σκέφτεται να βρει τρόπο να ξεπουλήσει τα σταφύλια… Ε, δεν άργησε να τον βρεί !
Πλησιάζει τον έμπορο, τάχα αδιάφορος και αρχίζει να φωνάζει δυνατά, απομακρυνόμενος γρήγορα, τάχα αποφασισμένος :

  • Θα σου πω εγώ, που λες ότι ο Παττακός είναι πούστης, τώρα να πάω στην Αστυνομία … τώρα !!

Ξαφνιασμένος ο έμπορος διαμαρτύρεται και τρέχει κοντά του :

  • Δεν είπα τέτοιο πράμα, έλεος !
  • Δεν είπες ;; εδώ σ’ ακούσαν όλοι. Έχω και μάρτυρες ! Ή θα πάρεις όλα τα σταφύλια ή θα σε καταγγείλουμε.

Μη μπορώντας να κάνει κι αλλιώς ο έμπορος, συμμορφώθηκε και εξαγόρασε όλη την παραγωγή …

 

          5. Το χαράκι

Βαριά δουλειά το χαράκι της μαύρης σταφίδας. Όλη μέρα στα γόνατα κάτω από τα κλήματα, κούραση αφόρητη.
Έλα όμως που πρέπει να γίνει στον καιρό του κι αναβολή δεν παίρνει γιατί αλλιώς δε δένει το κλήμα σταφύλια !
Όλη μέρα χθες βασάνιζε το μυαλό του ο μπαρμπα Αντώνης να βρει τρόπο αποφυγής της βάναυσης τούτης εργασίας.
Και σιγά που δεν θα έβρισκε …
Πρωί πρωί τον ξύπνησαν οι φωνές της κυρά- Καλλιόπης προσφωνώντας τον γλυκά – γλυκά :

-  Σήκω αχαΐρευτε, μεσημέριασε !
Τι να κάνει  ο μπαρμπα Αντώνης, σηκώθηκε βαριά – βαριά κι όλοι μαζί φτάνουν στη σταφίδα. Παίρνουν από μια αράδα και γονυπετείς αρχίζουν τη δουλειά.
Μόλις τελείωσε την αράδα ο μπαρμπα Αντώνης, φωνάζει την Καλλιόπη :

  • Για κοίτα μωρ’ Καλλιόπη, τα χαρακώνω καλά ;;

Σκύβει η κυρά Καλλιόπη, κοιτάει το πρώτο κλήμα, σκέφτεται, σου λέει λάθος θα έκανε. Κοιτάει το δεύτερο, το τρίτο, όλα, τι να ιδεί !!

Ο μπαρμπα Αντώνης, είχε χαρακώσει όλα τα κέντρινα παλούκια (στηρίγματα) αντί των κλημάτων !!

Κι αρχίζει η  κυρά Καλλιόπη – Ρε έτσι, ρε πήξε ρε στριγγλιάρη κ. ά. Κατεβάζοντάς του  έναν ατέλειωτο εξάψαλμο.
Κι ο μπαρμπα Αντώνης, αποχωρώντας ήδη για το χωριό, έχοντας καταφέρει αυτό που ήθελε, έδινε και τις εξηγήσεις του :

  • Αφού σας είπα ότι δε γλιέπω (βλέπω)… κι αφού με βρίζετε φεύγω…
     

 Θα μπορούσε κανένας να γράψει ατέλειωτα κατεβατά, ιστορίες διάφορες για τον αείμνηστο μπαρμπα Αντώνη Λέγγα (Κονόμο). Ήταν μια εμβληματική «μορφή» του χωριού μας του παλιού καιρού, που όμως εύκολα κανένας καταλάβαινε πως το ιδιότυπο αστείρευτο χιούμορ του, τα συνεχή χωρατά του, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια αντίσταση που προφανώς είχε εφεύρει, προκειμένου να ξορκίζει τα ζόρια της ζωής και τις δυσκολίες της εποχής του. Και δεν απόδιωχνε μόνο τα δικά του ζόρια ο μπαρμπα –Αντώνης. Με τα χωρατά του και την πάντα καλή του διάθεση, φρόντιζε να απαλύνει τα ζόρια και των άλλων συγχωριανών του ! 

  • Ας είναι αναπαυμένος !    

Επιστροφή