Επιμέλεια ιστοσελίδας

Γιάννης Σκούρτης

Τα νέα του χωριού μας

Ημ/νία Τίτλος
15/9/2012

Ας θυμηθούμε τα παλιά… τα παλιά μας παιχνίδια

                             

Παρακολουθώντας κανείς τα σημερινά παιδιά, κλεισμένα στους τέσσερις τοίχους των διαμερισμάτων να βυθίζονται όλο και περισσότερο στους υπολογιστές, σε “games” που τα παρασύρουν όλο και περισσότερο σε πλασματικούς ανύπαρκτους κόσμους να προσπαθούν να σκοτώσουν, να κυριεύσουν ή να κλέψουν υποδυόμενα τον   φανταστικό και τερατώδη  τις περισσότερες φορές «ήρωά» τους, αναλογιζόμαστε την εποχή που ήμασταν  στην ηλικία τους και αλωνίζαμε τα σοκάκια του χωριού μας, παίζοντας με τα παιχνίδια της εποχής μας (αναφερόμαστε  στις αρχές  της δεκαετίας του '60 έως περίπου τα μέσα της δεκαετίας του '70). Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει, κάνει τη σύγκριση αδόκιμη, οι συνειρμοί όμως έρχονται μοιραία και δημιουργούν χαμόγελα και... συμπάθεια εκατέρωθεν..

 

Σήμερα στο βάθος του χρόνου αναλογιζόμενοι την έλλειψη των παιχνιδιών στην παιδική μας ηλικία – με την έννοια της ύλης- αντιλαμβανόμαστε μοιραία ότι σε σύγκριση με τη σημερινή εποχή, αυτή ακριβώς η έλλειψη δημιουργούσε τη  μαγεία… Η πλαστική ή δερμάτινη μπάλα είχε υποκατασταθεί από τη μπάλα που φτιάχναμε από τα κουρέλια που περίσσευαν από τον αργαλειό της μάνας ή της γιαγιάς, αφήνοντας βέβαια και λίγα (όχι όλοι) για να φτιάξουν και τα κορίτσια κούκλες…. Η ανάγκη όμως της δημιουργίας του υλικού παιχνιδιού ήταν από μόνη της ένα υπέροχο παιχνίδι. Άσε που πάντα υπήρχε ένας άτυπος αγώνας ποιος θα φτιάξει την καλύτερη μπάλα (που δεν θα λύνεται με την πρώτη κλωτσιά) ή θα βρει το καλύτερο «στεφάνι» απ’ τα χαλασμένα βαγένια (βαρέλια) για να φτιάξει τη ρόδα που θα «τσουλήσει» στους δρόμους του χωριού με ένα διπλό-τριπλό σύρμα ως οδηγό.  Το πρόβλημα βέβαια ήταν ότι αυτά τα στεφάνια «τσουλούσαν» εκκωφαντικά πολλές φορές πολλά μαζί μέσα στο χωριό, όλες τις ώρες της ημέρας, με αποτέλεσμα να ακούμε τα σχολιανά μας από τους συγχωριανούς που ήθελαν να ησυχάσουν. Το κορυφαίο σ’ αυτήν την περίπτωση σχόλιο βέβαια ήταν «- Ρε παιδάκια μου τα βγάλατε ούλα τα σκυλιά απ’ το χωριό… ησυχάστε πιά…»

 

 Βέβαια ορισμένα από αυτά τα χειροποίητα παιχνίδια ήταν επικίνδυνα και γινόντουσαν ακόμα πιο επικίνδυνα   γιατί και εμείς δεν ήμασταν άγιοι-, ενώ κάποια άλλα τελικά δεν έμοιαζαν και τόσο με παιχνίδι αφού πολλές φορές ο αγώνας δεν ήταν απλά για την νίκη αλλά και για την διατήρηση της σωματικής μας ακεραιότητας. Θα θυμούνται ίσως κάποιοι παλιότεροι το παιχνίδι «Γουρουνίτσα» και τα θύματά του στο χωριό μας.

 

Παιχνίδι όμως δεν ήταν μόνο ότι δημιουργούσαμε. Κυρίως ήταν τα συλλογικά παιχνίδια που παίζαμε διαιωνίζοντάς τα, μιάς και τα περισσότερα –παραλλαγμένα- είχαν τις ρίζες τους ακόμα και στην αρχαιότητα ή το Βυζάντιο. Η δύναμη της συλλογικότητας το δεδομένο της συμμετοχής στο παιχνίδι κάθε στιγμή, δημιουργούσε τις περισσότερες φορές μια αυτοπεποίθηση στο παιδί που στη σημερινή εποχή δυστυχώς δεν μοιάζει καθόλου δεδομένη…

 

Ας σταματήσουμε όμως την ωραιοποίηση του παρελθόντος (μας) και ας παρουσιάσουμε στα σημερινά παιδιά, μερικά από τα ξεχασμένα και χαμένα στον χρόνο παιχνίδια, αλλά και να τα «ξανασυστήσουμε», σ’αυτούς  που τα έπαιζαν μικροί, αλλά τα ξέχασαν και κυρίως ξέχασαν να τα «συστήσουν» στα δικά τους παιδιά …

 

                                   
Σφεντόνα ξύλινη
Επικίνδυνο και απαγορευμένο παιχνίδι που έφτιαχναν τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά, αφού εύκολα κάποιος μπορούσε να τραυματιστεί πολύ σοβαρά εάν χτυπούσε στο πρόσωπο ή στο κεφάλι με τις πέτρες που εκτοξεύανε. Το χρησιμοποιούσαμε για να κυνηγήσουμε πουλιά (οικολογική συνείδηση κάτω του μηδενός, αλλά έπρεπε να βγεί και το πιάτο της ημέρας) αλλά και για να συναγωνιστούμε στην σκοποβολή. Ενίοτε σπάζαμε με τις σφεντόνες και κανένα τζάμι ή εξωτερικό γλόμπο σε κάποιο σπίτι ή τα «ανάποδα φλυτζάνια»των στύλων του ΟΤΕ.

                                
Ξυλίκι
Πολύ αγαπημένο παιχνίδι που παιζότανε από δύο ομάδες με δύο ή τρείς παίχτες η κάθε μία.
Βρίσκαμε δύο καλά ξύλα: ένα μικρό το «ξυλάκι» και το μεγάλο το «ξυλίκι» και αφού στήναμε δύο πέτρες (τη μάνα) βάζαμε πάνω το «ξυλάκι».

Μετά βάζαμε το «ξυλίκι» ανάμεσα στις δύο πέτρες της μάνας και σε πρώτο χρόνο χτυπούσαμε κατακόρυφα και με φορά από κάτω προς τα πάνω ελαφρά να σηκωθεί το «ξυλάκι» στον αέρα, ενώ σε δεύτερο χρόνο το χτυπούσαμε οριζόντια με όλη μας την δύναμη να φύγει όσο πιο μακριά μπορούσαμε.

Οι παίχτες της άλλης ομάδας προσπαθούσαν να πιάσουν στον αέρα το «ξυλάκι» που με την δύναμη που είχε καμιά φορά τους χτυπούσε δημιουργώντας -ειδικά στο κεφάλι- τα χαρακτηριστικά «καρούμπαλα».

                                    
Ξύλινο πατίνι με ρουλεμάν.
Η δυσκολία ήταν να βρεθούν τα ρουλεμάν. Όταν καταφέρναμε και τα «απαλλοτριώναμε» αναζητούσαμε τους ... ειδικούς  που γνώριζαν την δύσκολη αυτή κατασκευή. Οι τελευταίες καλλιτεχνικές πινελιές ήταν συνήθως «δεκαρούλες» και «κοσιάρες» που καρφώναμε  στη φάτσα. Αγαπημένες πίστες ήταν οι αμαξωτές με ελαφρά κατηφόρα(από την «Πάνου Βρύση» μέχρι το  σπίτι του Μπάρμπα-Βάγια).  Δύσκολα μπορεί να ξεχάσει κανείς τον ντόρο που έκαναν πολλά  πατίνια στο κατήφορο. Θα έπρεπε εδώ να αναφέρουμε –και ονομαστικά μάλιστα- και τους «κατ’επάγγελμα» δολιοφθορείς, όμως δυστυχώς το αδίκημα έχει πλέον παραγραφεί ! Ήταν όμως αξιοπερίεργη η συχνότητα που άλλαζαν χέρια τα ακριβοθώρητα ρουλεμάν.

 

                                    
Ρόδα (στεφάνι) με οδηγό.
Για ρόδα χρησιμοποιούσαμε τα καλύτερα «στεφάνια» από τα παλιά βαγένια (βαρέλια) που ήταν τότε άφθονα στο χωριό (ποιος είχε την αντοχή τότε όταν χάλαγε το βαγένι να το βάλει στο γάιδαρο και να το πάει στον βαρελά στη Νεμέα για επισκευή) . Για «οδηγό» χρησιμοποιούσαμε χοντρό σύρμα διπλό ή τριπλό (ανάλογα πόσο χοντρό ήταν).

Πολύ αγαπημένο παιχνίδι, καθώς διανύαμε με αυτό ατέλειωτα χιλιόμετρα ενώ για να δοκιμάζουμε την δεξιοτεχνία μας φτιάχναμε ειδικές "πίστες" αγώνων.

 

                                 
Όχημα με καλάμι, τιμόνι και διπλό τροχό.
Για τους μερακλήδες της εποχής! Ατέλειωτες ώρες ή και μέρες προσπάθειας αρχικά για να βρεθούν τα κατάλληλα υλικά : Χοντρό καλάμι ίσιο, στο οποίο έπρεπε να ανοιχτούν όλα τα εσωτερικά «κόμπια» για να περάσει το σύρμα που θα συνέδεε το τιμόνι με τις ρόδες, σύρμα χοντρό για την κατασκευή του τιμονιού και στις παλαιότερες κατασκευές και των τροχών. Όλη η μαεστρία ήταν η κατασκευή από ένα –συνεχόμενο- σύρμα των τροχών. Αργότερα όταν κανείς έβρισκε ρόδες από ένα παλιό αυτοκινητάκι που είχε ξεμείνει από κανένα "Αθηναιάκι", έβαζε αυτές όπως δείχνει και το σκίτσο. Πραγματικά όμορφες κατασκευές με τιμόνια σπέσιαλ, ταχύτητες στο χέρι, καθρέπτες, και άλλες ατέλειωτες τροποποιήσεις πριν την βόλτα στο χωριό για να δείξουμε το καινούργιο μοντέλο.

 

                                  
Χαρταετός.
Τα βασικά στοιχεία για την κατασκευή του χαρταετού ήταν ελαφριά καλάμια που τα σκίζαμε για να φτιάξουμε το σκελετό, σπάγκος, λαδόκολλα για πανί που την κολάγαμε με κουρκούτι στο περιφερειακό σπάγκο, και πολλές εφημερίδες για ουρά (ανάλογα τον αέρα). Αργότερα με την εμφάνιση των έγχρωμων χαρτιών οι κατασκευές έγιναν πιο περίτεχνες και εντυπωσιακές και ανέμιζαν υπερήφανα στα «κάτου αλώνια» κάτω από το Σχολείο  που ήταν τότε ο κατεξοχήν Ψαραίικος παιδότοπος.

 

                                        
«Φιφίνα»(καλαμένια φλογέρα).
Τις εποχές που μας πιάνανε... καλλιτεχνικές ανησυχίες φτιάχναμε «Φιφίνες»από καλάμια και προσπαθούσαμε να εκφραστούμε μουσικώς!
Στην καλαμένια φλογέρα, το καλάμι πρέπει να είναι ξερό, χωρίς εξογκώματα και όσο γίνεται ίσιο, ισόπαχο και με την ίδια εσωτερική διάμετρο σ’ όλο το μήκος του. Κόβεται με το ένα άκρο του χωρίς κόμπο και το άλλο με κόμπο. Το μέρος απ’ το οποίο θα φυσάει ο «καλλιτέχνης», το επιστόμιο, δεν το κόβουμε αμέσως μετά τον κόμπο, όπου το καλάμι δεν έχει το ίδιο πάχος και την ίδια εσωτερική διάμετρο που έχει σε όλο το μήκος του, αλλά λίγο παρακάτω και το λεπταίνουμε γύρω-γύρω, πάντα από την έξω μεριά. Το απέναντι άκρο, αυτό δηλαδή από το οποίο φεύγει ο αέρας, το κόβουμε αφήνοντας μέσα τον κόμπο. Τον κόμπο τον ανοίγουμε μετά, τόσο, ώστε να μη φεύγει εύκολα ο αέρας. Αυτό κάνει πιο ξεκούραστο το φύσημα και, παράλληλα, βοηθάει να ηχούν καλά ο φθόγγος που δίνει η πρώτη, απ’ τα κάτω, τρύπα, όπως και οι υψηλότεροι φθόγγοι. Η εσωτερική επιφάνεια του καλαμιού πρέπει να είναι λεία και όλες οι τρύπες, που είναι συνήθως στρογγυλές, πρέπει να έχουν την ίδια διάμετρο και να απέχουν το ίδιο η μία από την άλλη.

Την πρώτη τρύπα ανοίγουμε γύρω στη μέση της φλογέρας. Μετά, αφού κλείσουμε την τρύπα αυτή με το δείκτη του αριστερού χεριού, αφήνουμε τα δάκτυλα και των δύο χεριών πάνω στη φλογέρα, σαν να παίζουμε, και στα μέρη που ακουμπούν ανοίγουμε τις υπόλοιπες τρύπες. Τις τρύπες τις ανοίγουμε συνήθως μ’ ένα πυρωμένο καρφί.

Το σπουδαιότερο όμως εργαλείο είναι ένα σπασμένο κομμάτι γυαλί που το χρησιμοποιούσαμε για να ξύσουμε τη γλώσσα και να την κάνουμε όσο το δυνατόν λεπτότερη έτσι ώστε με το φύσημα να πάλλεται και να δημιουργεί τον ήχο.

 

Ποδόσφαιρο στα σοκάκια με γουρουνόφουσκα.
Η γουρουνόφουσκα ήταν η φούσκα του χοίρου (ουροδόχος κύστη) που με αγωνία περίμεναν να πάρουν τα παιδιά την παραμονή των Χριστουγέννων (απο τα γουρούνια που σφάζανε για να φτιάξουν λουκάνικα, χοιρομέρι, τσιγαρίδες και τα άλλα καλούδια για τις γιορτές), για να φτιάξουν μπάλα και να παίξουν.
Οι πατεράδες έβγαζαν τη «φούσκα» από το γουρούνι και αφού την έπλεναν καλά την περνούσαν τρία «χέρια» από στάχτη για να καθαριστεί αλλά και να στεγνώσει.
Εμείς προλάβαμε την γουρουνόφουσκα περισσότερο ως διήγηση αλλά η ονομασία παρέμεινε και λέγαμε έτσι και τις πλαστικές μπάλες με τις οποίες παίζαμε ποδόσφαιρο στο γήπεδο της εποχής μας τα «κάτου αλώνια».

 

 

Αμπάριζα

Παραδοσιακά ήταν ένα παιχνίδι, κυρίως γι' αγόρια, αλλά μπορούσαν να το παίξουν και κορίτσια. Είχε πολύ αυστηρούς κανόνες, που οι παίκτες έπρεπε να τους κρατούν με κάθε τρόπο.

Τα παιδιά, 8 ως 14 τον αριθμό, χωρίζονταν σε 2 ομάδες και κάθε ομάδα είχε τη μάνα της. Κάθε ομάδα διαλέγει την περιοχή της, σε 100 με 150 βήματα απόσταση από την άλλη και στο κέντρο είναι η αμπάριζα, που αποτελείται από ένα σωρό, καμωμένο με τα πανωφόρια των παιδιών ή τα σακάκια τους ή ένα δέντρο, αν υπάρχει σ' αυτόν το χώρο. Γύρω απ' την αμπάριζα, κάθε ομάδα χαράζει έναν κύκλο, με περιφέρεια 3 ως 4 μέτρων και εκεί θα φυλάγονται τα «πουλάκια» ή «σκλαβάκια». Εμπρός από τον κύκλο αυτό, σε μια απόσταση 5 βημάτων, κάθε ομάδα χαράζει μια ίσια γραμμή, που δείχνει τα σύνορα της περιοχής της.

Την αρχή του παιχνιδιού την κάνει ένας από τους παίκτες της ομάδας Α, που προχωρεί προς τη γραμμή κι αρχίζει να κοροϊδεύει και να ειρωνεύεται τους αντιπάλους του. Τότε ο αρχηγός, η μάνα της αντίθετης ομάδας δίνει την εντολή σ' έναν απ' τους δικούς της, να τον κυνηγήσει και να πιάσει τον αιχμάλωτο. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να κυνηγήσει και να πιάσει τον αντίπαλο του, παρά μονάχα έξω από την περιοχή του και μονάχα αν έχει βγει ύστερα απ' αυτόν. Αν ο αντίπαλος της ομάδας Α γυρίσει πίσω στην περιοχή του χωρίς να πιαστεί, τότε αυτός που τον κυνηγάει, δεν έχει δικαίωμα να μείνει στην ελεύθερη περιοχή, αλλά πρέπει να γυρίσει ξανά στο στρατόπεδό του και να πάρει «φωτιά» ή να πιάσει «αμπάριζα». Φωνάζει τότε: «Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω» και τότε χτυπάει την αμπάριζα και βγαίνει πάλι έξω. Εν τω μεταξύ κι άλλοι παίκτες της ομάδας Α και της Β έχουν βγει και κυνηγιούνται. Αν κανείς φτάσει τον αντίπαλό του και τον αγγίξει, έστω και με τα δάχτυλα, και φωνάξει: «Σ' έπιασα», τότε αυτός θεωρείται αιχμάλωτος (πουλάκι) και οδηγείται με θριαμβευτικές κραυγές στο στρατόπεδο των αιχμαλώτων του αντιπάλου, δηλ. στον κύκλο που είναι χαραγμένος γύρω από την αμπάριζα, και δεν επιτρέπεται να φύγει μόνος του. Ωστόσο αν κάποιος από τη δική του ομάδα καταφέρει να χωθεί μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο και χτυπήσει έναν από τους αιχμαλώτους, τον ελευθερώνει. Δε μπορεί όμως να ελευθερώσει παρά μονάχα ένα σε κάθε έξοδό του. Αν κανείς από τους παίκτες είτε κατά λάθος είτε για να γλιτώσει έναν από τους δικούς του, βγει από την περιοχή του παιχνιδιού, που σχηματίζει γύρω γύρω ένα τετράγωνο, τότε θεωρείται λιποτάκτης και οδηγείται στο στρατόπεδο αιχμαλώτων του αντιπάλου.

Οι αρχηγοί των ομάδων δεν παίρνουν μέρος στο παιχνίδι, γιατί αν τυχόν συλληφθεί ένας αρχηγός, τότε χάνει ολόκληρη η ομάδα του το παιχνίδι. Αντίθετα, αν ο αρχηγός της αντίπαλης ομάδας καταφέρει να εισχωρήσει στην περιοχή του εχθρού και χτυπήσει την αμπάριζα, τότε κερδίζει ολόκληρη η ομάδα. Φωνάζει, τότε, «Έπιασα την αμπάριζα» και το παιχνίδι θεωρείται τελειωμένο. Κανονικά το παιχνίδι συνεχίζεται έως ότου η μια ομάδα χάσει τόσους παίκτες, ώστε να μη μπορεί πια να συνεχίσει. Οι νικητές, τότε, κάθονται καβαλικευτά στη ράχη των νικημένων και κάνουν έτσι τη βόλτα όλης της περιοχής, περιγελώντας τους αντιπάλους.

Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού εξελίσσονταν ουσιαστικά  Ομηρικές μάχες ανάμεσα στις δύο ομάδες με ξύλο εκατέρωθεν και με μετάλλαξη του παιχνιδιού σε καταιγιστικό «καβαλινοπόλεμο» (για όποιον το έχει ζήσει και μας καταλαβαίνει…)  

 

 

 

 

                                   
Τα Μήλα

Παιχνίδι που παίζεται με μπάλα, με περισσότερα από τέσσερα παιδιά. Χωρίζονται σε δυο ομάδες και στέκονται η μια απέναντι στην άλλη σε ορισμένη απόσταση. Στο μέσο στέκονται άλλα παιδιά. Οι ομάδες των παιδιών, που βρίσκονται στις άκρες, πετάνε τη μπάλα και προσπαθούν να χτυπήσουν τα παιδιά που είναι στο κέντρο. Χτυπημένο θεωρείται το παιδί όταν η μπάλα το χτυπήσει. Τα παιδιά που βρίσκονται στο κέντρο προσπαθούν να αποφύγουν τα χτυπήματα γιατί όποιο χτυπηθεί βγαίνει έξω.

Όταν όμως κάποιο παιδί της ομάδας του κέντρου κατορθώσει να πιάσει τη μπάλα στον αέρα, τότε κερδίζει ένα μήλο που συμβολικά σημαίνει πως απέκτησε ένα πλεονέκτημα. Το παιδί που έχει κερδίσει το μήλο δε βγαίνει έξω έστω κι αν χτυπηθεί με τη μπάλα αλλά χάνει το μήλο του. Έχει ακόμα το δικαίωμα να ξαναφέρει μέσα στο παιχνίδι κάποιο απ’ τα παιδιά που έχουν χτυπηθεί και έχουν βγει έξω. Όταν κάποιο παιδί της ομάδας του κέντρου πιάσει τη μπάλα και του ξεφύγει τότε καίγεται και βγαίνει έξω.

Στο τέλος, όταν έχει μείνει μόνο ένα παιδί μέσα, πρέπει να το χτυπήσουν με δέκα ριξιές. Αν αυτό δε γίνει κατορθωτό, τότε το παιχνίδι δεν έχει νικητή και ξαναρχίζει από την αρχή.

Το παιχνίδι τελειώνει κανονικά, όταν χάσουν όλα τα παιδιά της ομάδας του κέντρου.

                                    
Γκαζές
Ένα από τα παλιά παιχνίδια ήταν και οι γκαζές (γκαζάκια) αλλά και οι βόλοι.
Οι γκαζές ήταν γυάλινες ωραίες αλλά ακριβότερες ...ενώ οι χωμάτινοι
χρωματιστοί βόλοι ήταν για όλους.
Στον χωματόδρομο τα στήναμε στην σειρά και παίζαμε .....
Στο ψιλικατζίδικο του συγχωρεμένου του Μπάρμπα-Αποστόλη Μαντζώρου, χαζεύαμε από το τζάμι την μεγάλη γυάλα που ήταν γεμάτη από γκαζάκια και περιμέναμε χαρτζιλίκι (δύσκολο) ή κάναμε κανένα θέλημα για να τρέξουμε και να τ’αγοράσουμε.
Είχαμε και ένα πάνινο σακουλάκι και τις βάζαμε μέσα σαν πολύτιμους λίθους.

Μπίζζζζ…

Τα παιδιά τα βγάζουν για να δουν ποιος θα τα φυλάει. Εκείνος, που θα του πέσει ο κλήρος, στέκει σκυφτός και βάζει το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή μασχάλη του, κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα πάνω, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατάει κλειστά τα μάτια του. Τα υπόλοιπα παιδιά στέκονται προς τα αριστερά του κι ένα από τα παιδιά πλησιάζει και του κτυπά την ανοιχτή παλάμη κι ύστερα απομακρύνεται τρέχοντας μαζί με τους άλλους και όλοι μαζί χοροπηδούν γύρω του και στριφογυρίζουν το δάχτυλό τους φωνάζοντας: «Μπιζζ! », όπως κάνει η μέλισσα. Αυτός που τα φυλάει, πρέπει να μαντέψει ποιος τον κτύπησε. Αν τον ανακαλύψει, παίρνει αυτός τη θέση του, αν όχι, συνεχίζεται το παιχνίδι κατά τον ίδιο τρόπο.

 

 

Πεντόβολα

Παίζεται από δύο ή περισσότερα παιδιά με 5 βόλους. Κάθε παιδί τοποθετεί στο έδαφος 5 βόλους. Παίρνει έναν βόλο, τον πετά και, ενώ αυτός βρίσκεται στον αέρα, πρέπει να πάρει έναν βόλο από κάτω. Ταυτόχρονα όμως, πρέπει να προλάβει να πιάσει και το βόλο που είχε πετάξει, πριν αυτός πέσει κάτω. Αν τα καταφέρει, συνεχίζει την ίδια διαδικασία, μέχρι να μαζέψει και τους 4 βόλους. Μετά ακολουθεί κι άλλος γύρος. Πετά και πάλι ψηλά ένα βόλο και προσπαθεί να πιάσει από κάτω 2 μαζί και συγχρόνως αυτόν που κατεβαίνει. Μετά συνεχίζει επιχειρώντας να πιάσει 3 βόλους με μιας, ύστερα και τους  4.

 

 

                                         

Μακριά Γαϊδούρα
Παίζεται με 2 ομάδες των 5-6 ατόμων. Η « μάνα » της ομάδας που τα φυλάει ακουμπάει με την πλάτη στον τοίχο. Ένα παιδί της ίδιας ομάδας ακουμπάει τα χέρια του στα γόνατα της μάνας, όπου και στηρίζεται, ενώ όλα τα παιδιά πίσω του σκύβουν, ακουμπώντας το στήθος τους στις πλάτες του μπροστινού τους, και πιάνονται γερά, περνώντας τα μπράτσα τους ολόγυρα στη μέση του μπροστινού τους, έτσι που να σχηματίζουν μια γέφυρα. Μόλις δοθεί το σύνθημα, τα παιδιά της αντίπαλης ομάδας, αρχίζουν να πηδάνε πάνω από τις πλάτες των σκυμμένων παιδιών. Ο πρώτος παίχτης πρέπει, με ένα πήδημα, να φτάσει όσο γίνεται πιο μπροστά στη γέφυρα, σχεδόν κοντά στη μάνα, για να υπάρχει πίσω του χώρος για όλα τα παιδιά. Όταν όλα τα παιδιά σκαρφαλώσουν, η μάνα μετράει μέχρι το 10, ενώ τα παιδιά που είναι σκυμμένα κινούνται, γέρνουν, ανεβοκατεβάζουν την πλάτη τους. Αν η πρώτη ομάδα δεν πέσει κάτω, κερδίζει, αλλιώς κερδίζει η δεύτερη ομάδα. Τότε αλλάζουν ρόλους .

 

                             
Τυφλόμυγα
Στην αρχαιότητα λεγόταν χαλκή μυία ή ψηλαφίνδα . Μέσα σε ένα δωμάτιο τα παιδιά αποφασίζουν ποιoς θα κάνει την τυφλόμυγα και του δένουν τα μάτια με ένα μαντήλι. Ύστερα σκορπίζονται μέσα στο χώρο και κάποιος δίνει το σύνθημα, ώστε η τυφλόμυγα να αρχίσει το ψάξιμο. Εκείνη προσπαθεί απλώνοντας τα χέρια να πιάσει κάποιο από τα παιδιά, που όμως συνεχώς κινούνται, για να μην τα πιάσει! Κάποια στιγμή πιάνει ένα παιδί. Τότε πρέπει ψηλαφίζοντάς το να καταλάβει ποιος είναι και να πει το όνομά του. Αν το βρει, κερδίζει και αλλάζουν θέση, για να συνεχιστεί το παιχνίδι!

 

                                
Πετάει – πετάει …
Όλοι οι παίχτες κάθονται γύρω από ένα τραπέζι κι ακουμπούν τον δείχτη τους πάνω του. Το παιδί-μάνα λέει: « Πετάει - πετάει … » (προσθέτει το όνομα ενός πράγματος) και σηκώνει τον δείχτη ψηλά. Αν αυτό το πράγμα που λέει πετάει, τότε πρέπει οι παίχτες να σηκώσουν ψηλά τον δείχτη τους. Αν κάποιος δεν το κάνει, καίγεται. Η μάνα συνεχίζει, επιταχύνοντας το ρυθμό για να μπερδέψει τα παιδιά. Όποιο παιδί σηκώσει το χέρι του σε κάτι που δεν πετάει(π.χ. γάιδαρος), χάνει.

 

                                                 

Τάκα-τάκα

Το παιχνίδι αυτό προστέθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Το αποτελούσαν δυό μεγάλες κοκάλινες μπίλιες που κρεμότανε με λεπτό σχοινάκι απο ένα σιδερένιο κρίκο. Ο διαολεμένος θόρυβος που έκανε σε συνάρτηση με τα συχνά ατυχήματα που προκαλούσε το έκανε γρήγορα απαγορευμένο παιχνίδι.

 

 

Αυτά ήταν μερικά από τα παιχνίδια μιας άλλης εποχής. Οι σούπερ-ήρωες δεν υπήρχαν ή δεν τους είχαμε ανακαλύψει…Οι πρωταγωνιστές όμως σε κάθε περίπτωση ήταν παιδικά υπαρκτά πρόσωπα που προπαντός δεν επιθυμούσαν ούτε να σκοτώσουν, ούτε να κλέψουν – όπως κάνουν οι ήρωες των σημερινών games- αντιθέτως ήθελαν να παίξουν -με την κυριολεξία του όρου-  να γελάσουν, να ευχαριστήσουν τους φίλους τους και να ευχαριστηθούν…

 

Θα είναι χαρά μας αν κάποιος συγχωριανός ή φίλος θελήσει να διορθώσει ή να συμπληρώσει  το άρθρο με τα παιδικά μας παιχνίδια.

(αλλά θα ήταν  ευπρόσδεκτο ακόμα και αν μας έλεγε ότι το διάβασε …)

 Τα σκίτσα είναι του  Γιώργου Εμμ. Πλουμάκη από το  http://www.e-thrapsano.gr/

 * αφιερωμένο εξαιρετικά στη μνήμη του παιδικού φίλου Θανάση Π. Δούρου  (ή Θαναπιά) που –δυστυχώς- έφυγε νωρίς.

 

 

 

 

 

 

 

Επιστροφή